Εγώ από τον Οδυσσέα
πέρασα πιότερες Οδύσσειες,
κι όταν Ιθάκη γύρισα ερείπιο,
μου είπαν γιατί ήρθες...
Με Σκύλλες πάλεψα και Χάρυβδες,
με ψέμματα μου πήρανε αλήθειες,
πόρτες μου κλείνανε στα μούτρα,
όποτε ζήταγα καιγόμενος βοήθειες.
Χτυπήθηκα από Κύκλωπες,
πλανεύτηκα από Κίρκες
καμπαρετζου-τσακίστρες,
π’ αφήνουν τσέπες τρύπιες….
Όσο για το χαζό Πολύφημο
δεν του ‘βγαλα εγώ κανένα μάτι,
μα μου ‘βγαλε το ένα αυτός,
το άλλο η φτώχεια, μ’ είχε άχτι
απ’ όταν ήμουνα μικρό παιδί,
χωρίς παιχνίδι, με λιγοστό φαΐ...
Σεβόμουν και φοβόμουν νόμους,
δεν πίστευα σαν έβλεπα ταινίες
που συνεχώς λαδώναν αστυνόμους,
με πράσινο πέρναγα προσεκτικά,
μα κλήσεις έπαιρνα από τροχονόμους.
Τα κατορθώματά μου δεν ήταν Ομηρικά,
παραβίασα ξεκλείδωτες πλήθος θύρες,
στα αζήτητα ήμουν πάντα... για κουβά,
με φτύναν γκόμενες, έπαιρναν προικοθήρες.
Αχάριστος δε και δαγκανιάρης σκύλος,
ο καλύτερός μου αποδείχτηκε ο φίλος,
και τέλος σαν έφτασα στην Ιθάκη
δεν σκότωσα κανένα εγώ μνηστήρα,
μάζεψα τις ρυτίδες μου και δρόμο πήρα.
.jpg)


.jpg)

